Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ, ΝΑ (ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΜΥΤΙΛΗΝΗ)


Σαν ήρθε η βραδιά που το σκαρί θα ζούσε
τα χάδια της μαρμάρινης ευνής του Αιγαία
περίφανη η καρδιά μου πιο πολύ αγαπούσε
τον μόνο αληθινό σεφερικό Οδυσσεα

Σιγή και το ξημέρωμα θαμπή λακτάρα
με φώς κλεφτά ομορφαίνει την βραχώδη γη μου
κι η άνοιξη μου φαίνεται κλειστή καμάρα
που άνοιξε σαν είδα τ΄ αλμυρό κλειδί μου

Ω Θάλασσα, ζωή, θανατικό και νιότη
ψυχές πολλές που πήρες και μας δίνεις πίσω
τη ρίζα τη βαθιά για να την δω την πρώτη
εσένα σιωπηλά, καρτερικά διασχίζω

Του άρματος τ΄ αγέλαστου του Ποσειδωνα
τα άλογα προχώρησαν γενναία στην νίκη
σαν διάλεξα να μπώ στον πυρωμένο αγώνα
και ακούω την μελωδία του νικηφόρου αυλήτη

Δεν βλέπω πια λιμάνι παρά μονο ομίχλη
ο νούς μου σκοτεινιάζει στην πικρή ιστορία
ανάμνηση, ξερίζωμα καρδιάς η θλίψη
ζητώντας την θεόσταλτη την σωτηρία

Θεέ εσύ, παντοδύναμε, κουράγιο δώσε
και δύναμη κατάστηθα να μου φυτέψεις
δεσμά σεινά μοιραία με ο σπαθί σου κόψε
του νόστου το νησι να δω σαν με συντρέξεις

Και τότε σαν καθάρισε ο θόλος είδα
το μέρος μου που έγινε παιδιού κρυψώνα
Πολύφωτη μου γη σε χαιρετώ πατρίδα
σαν έχεις τ΄ ήλιοστέφανο λαμπρή κορώνα

Τα χρόνια τα παλιά βρήκαν ξανά τα φώτα
βαδίζω γειτονιές και σταματώ να κλάψω
στο χώμα πέφτουν δάκρυα, χαράς και νοτας
σπανίζει τέτοιος έρωτας όπου κι αν ψάξω

Αγάπη, συντροφιά, αγγελικέ μου τόπε,
κι ας βρίσκομαι μακριά σαν πληγωμένη τράτα
τα αισθήματα, η ψυχη πετουν κοντά από τότε
που σ΄ έχασα και έμειναν εδώ για πάντα

Γλυκιά μου χρυσοστόλιστη πια μη δακρύζεις
τον γιο ξενιτεμένο στον βυθό δεν βρίσκω
πετά σαν δοξασένο αερικο και ελπίζεις
ποτέ της κάποια δυναμη μην θέλει πίσω

Μα μάνα πίσω ούτε δυνατοί φωνάζουν
και μηδε μούσες όμορφες καλές με θέλουν
η μοιρα κι η ζωή τόσο πικρά δικάζουν
ζητούν να ελεγξω πράγματα που με κυριέυουν

Θα φύγω μα σαν σ' όνειρο χορούς θα πούμε
το θέρος θα σκορπίσει μια γλυκιά ευωδία
σε σένα μάνα πάλι θα γυρίσω αν ζουμε
Αντίο τόπε, χάθηκα και εγώ στα πλοία 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια ευπρόσδεκτα, ντροπές μή αποδεκτές